Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

SCOTT REEVES JAZZ ORCHESTRA

Η 17μελής ορχήστρα του τρομπονίστα, αλλά και φλουγκελχορνίστα, Scott Reeves βρίσκεται στα πολύ επάνω της, τον τελευταίο καιρό, και κάπως έτσι έχει έτοιμο το δεύτερο CD της (το πρώτο είχε τυπωθεί το 2016), που τιτλοφορείται Without a Trace [Origin Records, 2018] και που διαθέτει πολλά και δυνατά προτερήματα.
Ξεκινώντας από την ορχήστρα αυτή καθ’ αυτή και βεβαίως από το διευθυντή και ενορχηστρωτή τού υλικού της, τον Scott Reeves, θα λέγαμε πως οι διακριτές παραδόσεις των ιστορικών leaders Duke Ellington, Gil Evans και Thad Jones (ας μείνουμε σ’ αυτούς τους τρεις), όσον αφορά στο χειρισμό τού υλικού και στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου ήχου, που μοιάζει εν προκειμένω με μια σουινγκάτη… παραφωνία, βρίσκουν τον τρόπο να αναδύονται μέσα από τα κομμάτια τού set, που αφορούν σε τέσσερα originals και τρεις versions (το “Speak low” των Kurt Weill-Ogden Nash, το “All or nothing at all” των Arthur Altman-Jack Lawrence, το “Juju” του Wayne Shorter). 
Με πιο απλά λόγια ο Reeves έχει κάνει αξιολογότατη δουλειά, κατορθώνοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο κλασικό και σε κάτι πιο σύγχρονο, δίχως όμως να αδυνατίζει το τελικό αποτέλεσμα. Τούτο δε συμβαίνει, γιατί η ορχήστρα του διαμορφώνει περιβάλλοντα αναλόγως με το τι, κάθε φορά, καλείται να αποδώσει ή να… διαστρεβλώσει – και κάπως έτσι την ακούμε να εμφανίζει ένα αρχικό, όσο και ασυγκράτητο τύπου-Gil Evans κλίμα στο “Speak low”, πριν αντιληφθούμε συγκεκριμένες… μεταλλάξεις σε περισσότερο αφρο-κουβανικές καταστάσεις. Το αυτό και στο “All or nothing at all”, που διατηρεί αρχικώς την ελαφρότητα τής… cocktail jazz, πριν οδηγηθούμε σ’ ένα «κολτρεϊνικό» αποκορύφωμα.
Γενικώς, με τέτοιου τύπου εναλλαγές ο Reeves, βοηθούμενος, φυσικά, και από τις δυνατότητες που του παρέχουν οι άψογοι οργανοπαίκτες του, κατορθώνει να δώσει στα κομμάτια έναν πολύ ελκυστικό «αέρα», δίχως ποτέ να τα κάνει ν’ ακούγονται κοινότοπα ή έστω αναμενόμενα. Και τούτο συμβαίνει όχι μόνο στις περιπτώσεις των διασκευών, αλλά και στα πρωτότυπα – στο πρωτότυπο π.χ. “Something for Thad” (ευθεία αναφορά στον Thad Jones προφανώς), που κλείνει με τόσο εύστοχο τρόπο τούτο το απολύτως διασκεδαστικό άλμπουμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου